Φίλης: “Όχι σε μεσοβέζικες λύσεις και γαλαντομίες με την Εκκλησία”
Άρχων (11323 Άρθρα)
Κοινοποιήστε

Φίλης: “Όχι σε μεσοβέζικες λύσεις και γαλαντομίες με την Εκκλησία”

Το στέλεχος και πρώην υπουργός του ΣΥΡΙΖΑ μιλάει στο topontiki.gr για όλα τα μεγάλα θέματα της επικαιρότητας: την Εκκλησία και τη συμφωνία της με την κυβέρνηση, τη συνταγματική αναθεώρηση, τα στοιχήματα της κυβέρνησης, τις συμμαχίες του ΣΥΡΙΖΑ και τις πολιτικές προτεραιότητες, τις εκλογές, τις ευρωεκλογές, την ΕΡΤ, την Αριστερά και την Άκρα Δεξιά στην Ευρώπη.

Συνέντευξη στον Σταύρο Χριστακόπουλο και τη Μαρία Μητσοπούλου

Μ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΥ: Όταν έρθει για κύρωση η συμφωνία των Πρεσπών, οι Ανεξάρτητοι Έλληνες έχουν δηλώσει ότι θ’ αποχωρήσουν από την κυβέρνηση, κάτι που οδηγεί σε σενάρια κυβέρνησης μειοψηφίας – ενδεχομένως με τους ΑΝΕΛΛ να ψηφίζουν νομοσχέδια – ή μια κυβέρνηση με κοινοβουλευτικά μπαλώματα. Πιστεύετε ότι κάποιο από αυτά τα σενάρια μπορεί πολιτικά να σταθεί μέχρι τον Οκτώβριο; Κι επιπλέον, καθώς υπάρχουν οι ευρωεκλογές τον Μάιο, έχει νόημα η κυβέρνηση να περιμένει μέχρι τον Οκτώβριο για εκλογές;

Ν. ΦΙΛΗΣ: Δεν θέλω να προκαταλάβω τις εξελίξεις, παρ’ ότι έχουμε μερικές ενδείξεις. Πράγματι οι ΑΝΕΛΛ έχουν πει ότι δεν θα ψηφίσουν τη συμφωνία και το πιθανότερο είναι να φύγουν κι από την κυβέρνηση. Έχουν πει όμως ότι δεν θα ρίξουν την κυβέρνηση. Αν δεν αποσύρουν την εμπιστοσύνη τους οι ΑΝΕΛΛ, δεν θα έχουμε κυβέρνηση μειοψηφίας, αλλά κυβέρνηση που διαθέτει δεδηλωμένη.

«Για την κυβέρνηση το καλύτερο

είναι να ολοκληρώσει την τετραετία.

Από εκεί και πέρα, επειδή η πολιτική

έχει απρόβλεπτα, υπάρχει και ο Μάιος»

Κατά τη διάρκεια της ψηφοφορίας για τη συμφωνία πιστεύω ότι θα εκδηλωθούν κι άλλες πολιτικές διαθεσιμότητες για να υπάρξει μια επιβεβαίωση της πολιτικής σταθερότητας είτε από μεμονωμένους βουλευτές είτε πιθανώς κι από κάποιες άλλες ομάδες. Αλλά έχει μεγάλη σημασία το να μπορέσει αυτή η κυβέρνηση να φέρει εις πέρας τέσσερις στόχους που έχει θέσει:

● Ο πρώτος στόχος είναι να ψηφιστεί η συμφωνία των Πρεσπών. Και θα ψηφιστεί.

● Ο δεύτερος στόχος είναι να προχωρήσει η συνταγματική αναθεώρηση. Και θα προχωρήσει.

● Ο τρίτος στόχος είναι να προχωρήσει η διερεύνηση των περιπτώσεων διαφθοράς, κάτι που δεν αφορά την κυβέρνηση, αλλά τη Δικαιοσύνη. Η κυβέρνηση όμως οφείλει, με βάση συνταγματικές προβλέψεις, να δώσει τη δυνατότητα αυτής της διερεύνησης και να μην υπάρξουν πολιτικές ανακατατάξεις που να εμποδίσουν τη διερεύνηση των υποθέσεων διαφθοράς.

● Και ο τέταρτος στόχος – θα έλεγα πρώτος από άποψη σοβαρότητας – είναι ο κόσμος που επί πέντε χρόνια έχει νιώσει στο πετσί του τις αδικίες των μνημονίων να μπορέσει να δει βελτίωση, ν’ απολαύσει το ότι βγαίνουμε από τη δανειακή σύμβαση. Υπάρχει μια τάση μικρής αλλά ποιοτικά σημαντικής οικονομικής ανάκαμψης. Ήρθε η στιγμή να έχει μια αντιπαροχή ο λαϊκός κόσμος για όσα υπέστη, αλλά και οι μεσαίοι, που έχουν κι αυτοί υποστεί όσα γνωρίζετε.

Είναι προφανές ότι υπάρχουν στην Ελλάδα δυνάμεις που δεν θέλουν τίποτε απ’ όλα αυτά να γίνει. Είναι η συντηρητική παράταξη στη χώρα μας, η ηγεσία της αλλά και όσοι αισθάνονται ότι μπορεί να είναι υπόλογοι για διάφορες περιπτώσεις. Είναι μια συμπαράταξη πολλών πολιτικών παραγόντων. Και είναι μια σκληρή μάχη, την οποία σήμερα η κυβέρνηση προσπαθεί να κερδίσει όπως κέρδισε και την πρώτη μάχη: να είναι κυβέρνηση τετραετίας και όχι μια παρένθεση εξαμήνου.

Για την κυβέρνηση το καλύτερο είναι να ολοκληρώσει την τετραετία. Από εκεί και πέρα, επειδή η πολιτική έχει απρόβλεπτα, υπάρχει και ο Μάιος. Πιστεύω ότι επί του παρόντος δεν χρειάζεται να σκεφτόμαστε τις εκλογές τον Μάιο, αλλά υπάρχει και αυτή η δημοκρατική διέξοδος. Αν με ρωτάτε αν μπορεί να πάει μια κυβέρνηση χωρίς σύγκλιση πολιτικών δυνάμεων μέχρι τον Οκτώβριο, κι αυτό έχει προϋποθέσεις, απαντώ: και μπορεί και δεν μπορεί. Γι’ αυτό δεν θέλω να προκαταλάβω τις πολιτικές εξελίξεις.

ΣΤ. ΧΡΙΣΤΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Σε συνέντευξή σας στην «Εποχή» μιλήσατε για «ανοιχτή πληγή με τους ΑΝΕΛΛ». Βλέποντας σήμερα τις σκληρές θέσεις και την πολεμική κατά του ΣΥΡΙΖΑ από σειρά πρωτοκλασάτων στελεχών του ΚΙΝΑΛΛ και του Ποταμιού, θεωρείτε ότι μια κυβερνητική συνεργασία με δυνάμεις του Κέντρου και της Κεντροαριστεράς θα ήταν εξίσου σταθερή με αυτήν που έκανε τελικά ο ΣΥΡΙΖΑ με τους ΑΝΕΛΛ;

Ν. ΦΙΛΗΣ: Πιστεύω ότι οι κυβερνήσεις πρέπει να συγκροτούνται με νωπή τη λαϊκή εντολή και να ολοκληρώνουν το έργο που αναλαμβάνουν στη Βουλή.

«Τελείωσαν οι αναγκαστικές

συμφωνίες, όπως αυτή με τους ΑΝΕΛΛ,

να συζητήσουμε για

μετεκλογικές συγκλίσεις»

Με αυτή την έννοια δεν πιστεύω ότι είναι στιγμή για να φτιάξουμε τώρα στρατηγικού χαρακτήρα κυβερνητικές συγκλίσεις μέχρι τις εκλογές. Είναι όμως η ώρα να συζητήσουμε τη δυνατότητα μετεκλογικών – αναλόγως του συσχετισμού δύναμης που θα προκύψει από τις εκλογές – προγραμματικών συγκλίσεων.

Τελείωσαν οι αναγκαστικές συμφωνίες, όπως υπήρξε αυτή με τους ΑΝΕΛΛ. Αυτό είναι άλλη φάση. Έχουμε βγει από τις δανειακές συμβάσεις και πρέπει να επανέλθουμε σε μια κανονικότητα, σε μια ευρωπαϊκή κανονικότητα. Τώρα που φαίνεται να τελειώνει η φάση της περιβόητης σοσιαλφιλελεύθερης συναίνεσης και να περνάμε στη φάση δύο διακριτών πολιτικών και προγραμματικών κατευθύνσεων: μιας Κεντροδεξιάς, που όλο και πιο πολύ σφραγίζεται από ακροδεξιές αντιλήψεις, και μιας προοδευτικής, αριστερής και κεντροαριστερής.

Στην πατρίδα μας έχουμε τη θετική, κατά τη γνώμη μου, δυνατότητα η ραχοκοκαλιά αυτού του μπλοκ πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων να είναι ο ΣΥΡΙΖΑ. Είναι το νέο ποιοτικό στοιχείο της συγκυρίας. Πριν από τέσσερα χρόνια ανέβηκε ο ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση, αλλά ήταν αμφίβολο αν θα βγει η τετραετία. Τώρα και η τετραετία θα βγει και ο ΣΥΡΙΖΑ πια είναι ένα μεγάλο κόμμα που διεκδικεί μια νέα τετραετία διακυβέρνησης.

ΣΤ. ΧΡΙΣΤΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Με δεδομένη τη σφοδρότητα των συγκρούσεων μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ και ΚΙΝΑΛΛ, με δεδομένο ότι ο ΣΥΡΙΖΑ κατηγορεί τον φορέα της Κεντροαριστεράς για ταύτιση με το πρόγραμμα και την πολιτική της Νέας Δημοκρατίας, εσείς σε ποιους κρίσιμους τομείς πολιτικής θεωρείτε ότι υπάρχει έδαφος για σύγκλιση με το ΚΙΝΑΛΛ;

Ν. ΦΙΛΗΣ: Αυτή η ερώτηση απευθύνεται στην κυρία Γεννηματά. Θέλω να ξέρω ακριβώς πού σταθεροποιείται πολιτικά η κυρία Γεννηματά. Διότι, στην προσπάθειά της να δημιουργήσει ένα αντι-ΣΥΡΙΖΑ μέτωπο, πολλές φορές με στοιχεία πολιτικής υστερίας, δείχνει να έλκεται από μια πολιτική δορυφόρου προς τη Νέα Δημοκρατία.

Με τον δημοκρατικό, τον κεντρώο δημοκρατικό χώρο, υπάρχουν πολλά κοινά στοιχεία που αφορούν τις δημοκρατικές ελευθερίες, μια μεγαλύτερη κοινωνική ευαισθησία σε σχέση με τη νεοφιλελεύθερη Δεξιά, ζητήματα αναζήτησης ενός διαφορετικού βηματισμού και πορείας για τις εξελίξεις στην Ευρώπη. Δεν είναι δυνατόν στην Ευρώπη ν’ αναζητούν οι κεντροαριστεροί και οι αριστεροί άλλου τύπου συνεννοήσεις κι εδώ να έχουμε την Κεντροαριστερά του ΚΙΝΑΛΛ ν’ αναζητεί συγκλίσεις με τη νεοφιλελεύθερη Δεξιά. Υπάρχει μια αντίφαση.

ΣΤ. ΧΡΙΣΤΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Στην οικονομία και στο μοντέλο ανάπτυξης;

Ν. ΦΙΛΗΣ: Εκεί χρειάζεται μια μεγάλη συζήτηση, διότι βεβαίως υπάρχουν διακριτές γραμμές, αλλά υπάρχει το μεγάλο πρόβλημα των μεταμνημονιακών δεσμεύσεων. Μια κυβέρνηση με αριστερό προσανατολισμό και συνεργασία με τις δυνάμεις της δημοκρατικής Αριστεράς και της Κεντροαριστεράς θα μπορεί ν’ αξιοποιήσει όλες τις δυνατές ρωγμές επ’ ωφελεία του λαϊκού παράγοντα, ενώ μια κυβέρνηση της Κεντροδεξιάς – με έντονα, επαναλαμβάνω, στοιχεία Ακροδεξιάς – θα ήταν στη γραμμή που έλεγε και παλιότερα η Νέα Δημοκρατία: κι αν δεν υπήρχε το μνημόνιο, έπρεπε να το εφεύρουμε επ’ ωφελεία του μεγάλου κεφαλαίου.

«Μπορούμε να στηρίξουμε

ακόμα και περιφερειάρχες

που προέρχονται από τον χώρο

του ΚΙΝΑΛΛ και τον ευρύτερο

κεντρώο χώρο»

Νομίζω ότι μια δυνατότητα συνεργασίας με ανθρώπους που προέρχονται από τον χώρο του ΚΙΝΑΛΛ υπάρχει στον χώρο της Αυτοδιοίκησης. Ο χώρος του ΠΑΣΟΚ μεταπολιτευτικά ήταν αυτός που οργάνωσε – με συμμαχίες και από τον χώρο της ενωτικής Αριστεράς – τη νέα φυσιογνωμία της Αυτοδιοίκησης στη χώρα μας, που δεν ήταν απλώς πια μια δομή διεκδίκησης, ήταν με αρμοδιότητες και με δυνατότητα παρέμβασης σε πολλούς τομείς της καθημερινής ζωής του πολίτη.

ΣΤ. ΧΡΙΣΤΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Δομές διακυβέρνησης.

Ν. ΦΙΛΗΣ: Ναι, δομές διακυβέρνησης στην καθημερινότητα. Εκεί πιστεύω ότι υπάρχει ένα έδαφος συνεννοήσεων, αρκεί να μην υπάρχουν μικροηγεμονισμοί. Και δεν εννοώ από την πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ, γιατί εκεί δεν υπάρχει ηγεμονισμός, είμαστε ανοιχτοί, στη βάση προγραμματικών προτάσεων και αξιοπιστίας προσώπων, να προχωρήσουμε. Και έχουμε ανακοινώσει ήδη ότι μπορούμε να στηρίξουμε ακόμα και περιφερειάρχες που προέρχονται από τον χώρο του ΚΙΝΑΛΛ και τον ευρύτερο κεντρώο χώρο.

Βλέπω ότι οι άλλοι είναι σαν σκαντζόχοιροι. Όσο εμείς ζητάμε να υπάρξει σύγκλιση και σύμπτωση στις αυτοδιοικητικές εκλογές, τόσο αυτοί ανάγουν τη συνεργασία στην Αυτοδιοίκηση σε μια απαγορευτική προϋπόθεση, αναφορικά με την κεντρική πολιτική. Σήμερα είναι σαφές ότι δεν μπορείς να βρεις συνεννόηση στην κεντρική πολιτική σκηνή με το ΚΙΝΑΛΛ.

Μ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΥ: Επειδή είπατε πριν – με αφορμή την ερώτηση για το αν μπορεί να ολοκληρώσει τετραετία η κυβέρνηση – ότι καλό είναι να την ολοκληρώσει για να γευτεί κι ο κόσμος τους καρπούς της προσπάθειας, θυμίζω ότι στην Κεντρική Επιτροπή πρόσφατα είχατε πει ότι καλό είναι να μην λέγονται μεγάλα λόγια, γιατί οδηγούν σε απογοητεύσεις τον κόσμο. Είναι μεγάλα λόγια η ρητορική της καθαρής εξόδου; Και τι θα έπρεπε να λέει επ’ αυτού η κυβέρνηση;

Ν. ΦΙΛΗΣ: Κοιτάξτε, βλέπω ότι η κυβέρνηση όλο αυτό το διάστημα μετά τον Αύγουστο έχει προσεγγίσει με τρόπο ρεαλιστικό τις οικονομικές και πολιτικές εξελίξεις, αποφεύγει τα συνθήματα και μιλάει επί του συγκεκριμένου, με ποιον τρόπο μπορεί να εξασφαλιστεί μια – κατά το δυνατόν – επ’ ωφελεία των λαϊκών συμφερόντων επανεκκίνηση της οικονομικής ανάπτυξης.

«Βγήκαμε από τη δανειακή σύμβαση

με τους όρους της δανειακής σύμβασης.

Άρα οι επιβαρύνσεις που εγγράφονται

σ’ αυτή την έξοδο υπάρχουν»

Είναι επίσης σαφές ότι υπάρχουν και οι περισπασμοί της διεθνούς οικονομίας, οι αβεβαιότητες στην Ευρώπη, άρα η πορεία προς τον ρεαλισμό, κατά τη γνώμη μου συντηρεί και δικαιολογεί την ελπίδα σήμερα για τον πολίτη. Δεν είναι κούφια λόγια, μεγάλα λόγια. Δεν συγκρίνεται η δική μας πορεία με όσα επιδιώκει να κάνει η Ν.Δ., η οποία έχει μια καταστροφολογική προσέγγιση που διαψεύδεται από τα γεγονότα.

Είναι προφανές ότι βγήκαμε από τη δανειακή σύμβαση με τους όρους της δανειακής σύμβασης. Άρα οι επιβαρύνσεις που εγγράφονται σ’ αυτή την έξοδο – επιβαρύνσεις μιας νεοφιλελεύθερης πολιτικής – υπάρχουν.

Μόνο μια κυβέρνηση της Αριστεράς με άλλες κοινωνικές συμμαχίες μπορεί βήμα – βήμα ν’ αναιρέσει πλευρές αυτών των νεοφιλελεύθερων πολιτικών. Είναι σημαντικό το ότι βάζουμε το θέμα του κατώτατου μισθού για συζήτηση, το ότι ανοίγουμε το θέμα των συλλογικών συμβάσεων. Αλλά υπάρχουν κι άλλα σημαντικά ζητήματα, τα οποία, για να προσεγγιστούν ουσιαστικά και όχι ρητορικά, προϋποθέτουν μια σταδιακή απαγκίστρωση από την πολιτική των υψηλών πλεονασμάτων και μια ρύθμιση του χρέους όχι για δέκα χρόνια, αλλά για μεγαλύτερο ορίζοντα.

Διότι με χρέος, το οποίο ρυθμίζεται όπως ρυθμίζεται, με τα υψηλά πλεονάσματα μέχρι το 2032, ακόμα και οι αναγκαίες άμεσες ξένες επενδύσεις δεν είναι εύκολο να γίνουν στην έκταση που εμείς θα θέλαμε. Δύσκολα επενδύει κάποιος σε μια χώρα που αντιμετωπίζει τον κίνδυνο – εντός πολλών εισαγωγικών – μιας πιθανής αδυναμίας αντιμετώπισης του δημόσιου χρέους.

Μ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΥ: Πώς κρίνετε τη συμφωνία πρωθυπουργού και αρχιεπισκόπου για τη μισθοδοσία των κληρικών και την αξιοποίηση της εκκλησιαστικής περιουσίας;

Ν. ΦΙΛΗΣ: Είναι θετικό και αναγκαίο να επιχειρείται και να επιτυγχάνεται συμφωνία ανάμεσα στην Πολιτεία και την Εκκλησία. Είναι θετικό το ότι οι δύο πλευρές συμφώνησαν να μην είναι δημόσιοι υπάλληλοι οι ιερείς. Δεν κατανοώ, όμως, πώς αυτό θα επιτευχθεί ουσιαστικά όταν το κράτος διατηρεί την υποχρέωσή του να πληρώνει στην Εκκλησία τουλάχιστον 210 εκατομμύρια ετησίως προκειμένου αυτή να μισθοδοτεί εις τον αιώνα τον άπαντα τους ιερείς.

«Γαλαντομία του κράτους»

προς την Εκκλησία

η ρύθμιση για τη

διαμφισβητούμενη περιουσία

Αναμφίβολα το κράτος οφείλει να διασφαλίσει στους πολίτες το δικαίωμά τους στη λατρεία του θεού τους και συνεπώς τη μισθοδοσία των κληρικών όλων των επίσημων θρησκειών και δογμάτων στη χώρα μας. Γιατί, όμως, αυτό σημαίνει ότι πρέπει να δίνονται τόσα χρήματα και να διασφαλίζονται οι 10.000 θέσεις των ιερέων; Γνωρίζετε ότι στα χρόνια των μνημονίων είχαμε μόνο 8.000 μόνιμους νοσοκομειακούς γιατρούς;

Με τη συμφωνία για την εκκλησιαστική περιουσία αναγνωρίζονται στην Εκκλησία αμφισβητούμενα περιουσιακά στοιχεία προκειμένου να αξιοποιηθούν από κοινού με το κράτος. Χρειάζεται πολλή δημόσια συζήτηση και νομική διευκρίνιση και όχι γαλαντομίες εκ μέρους του κράτους. Η εκκλησιαστική περιουσία είναι ένα ακανθώδες ζήτημα και δεν αντιλαμβάνομαι γιατί προωθείται μια ρύθμιση τύπου «περαίωση» υπέρ της Εκκλησίας – και μάλιστα προκαταλαμβάνοντας το Κτηματολόγιο, που θα ολοκληρωθεί τα αμέσως επόμενα χρόνια.

Οι ρυθμίσεις για τα οικονομικά της Εκκλησίας δεν έχουν σχέση με τη συνταγματική αναθεώρηση, γι’ αυτό ο διάλογος πρέπει να γίνει χωρίς βιασύνες και δεσμεύσεις εις βάρος του δημοσίου συμφέροντος.

ΣΤ. ΧΡΙΣΤΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Με την πρότασή της για τη συνταγματική αναθεώρηση η κυβέρνηση δεν επιζητεί τον πλήρη χωρισμό Εκκλησίας – Πολιτείας. Ακόμη όμως και αν τον ζητούσε και τον επετύγχανε, θεωρείτε ότι θα μειωνόταν η παρεμβατική δύναμη της Εκκλησίας; Πολλοί σημειώνουν ότι η ισχύς της δεν βρίσκεται κυρίως στις θεσμικές ρυθμίσεις, αλλά στη λαϊκή της βάση, η οποία κατά καιρούς έχει αποδειχθεί τεράστια. Πιστεύετε ότι ακόμη και μια Εκκλησία αποσυνδεδεμένη από το κράτος δεν θα χρησιμοποιήσει αυτή την ισχύ με πολιτικούς όρους, αν κρίνει ότι θίγονται τα συμφέροντά της;

Ν. ΦΙΛΗΣ: Η κυβέρνηση, ο πρωθυπουργός θέτει ένα θέμα εκλογίκευσης των σχέσεων Πολιτείας και Εκκλησίας, δύο ισχυρών θεσμών, διαφορετικής όμως ποιότητας. Η Πολιτεία οργανώνει το κοσμικό κράτος, τη σφαίρα της δημόσιας ζωής, κι απ’ την άλλη η Εκκλησία έχει μια υπερβατική εξουσιοδότηση και αναφορά.

«Δεν υποτιμώ την ηθικοπνευματική

δύναμη της Εκκλησίας», αλλά

«η Εκκλησία λειτουργεί, δυστυχώς,

συχνά ως ένα πολιτικό κόμμα»

Δεν υποτιμώ λοιπόν την ηθικοπνευματική δύναμη της Εκκλησίας. Όχι μόνο δεν την υποτιμώ, αλλά θεωρώ ότι σε συνθήκες μιας μεγάλης ιδεολογικής σύγχυσης και κρίσης έχει σημασία μερικά βασικά μηνύματα της θρησκείας να αποτελούν κτήμα των πολιτών εφόσον το θέλουν. Εδώ όμως έχουμε να κάνουμε με την Εκκλησία ως θεσμό εξουσίας, ο οποίος μάλιστα βρίσκεται σε πλήρη ταύτιση ή της αναγνωρίζεται το δικαίωμα να παρεμβαίνει στην καθημερινή λειτουργία του κράτους και της κοινωνίας.

Η Εκκλησία λειτουργεί, δυστυχώς, συχνά ως ένα πολιτικό κόμμα. Αυτό προκύπτει από τις αμφισημίες του καθεστώτος της «επικρατούσας θρησκείας». Για παράδειγμα η ιστορία με τα συλλαλητήρια για το Μακεδονικό. Τι είναι αυτό; Γιατί πρέπει να κάνει εξωτερική πολιτική η Εκκλησία της Ελλάδος;

Η Εκκλησία, για να είναι μια σύγχρονη δύναμη, πρέπει ν’ απαντάει στα σύγχρονα προβλήματα. Δεν μπορεί να διεκδικεί ρόλο κόμματος. Δεν μπορεί να διεκδικεί ρόλο υποκατάστασης της κρατικής συγκρότησης. Αν επιδιώκει να έχει κομματική παρέμβαση, τότε θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως κόμμα. Όχι με προνόμια και όχι με ασυλία που προκύπτει από την ιστορικότητα. Γι’ αυτό χρειάζεται να υπάρξει καθαρή ρύθμιση των σχέσεων κι όχι ενδιάμεσα πράγματα, με δεδομένο μάλιστα ότι η Εκκλησία διαθέτει επιδράσεις και επιρροές και στη Δικαιοσύνη, όπως κάνει φανερό η αντιμετώπιση του μαθήματος των Θρησκευτικών στο ΣτΕ, και μπορεί να διαστρέφει μηνύματα και ρυθμίσεις του συντάγματος.

Πράγματι ο πρωθυπουργός είπε μια πρόταση, αλλά πόσο είναι ουδετερόθρησκο ένα κράτος του οποίου το σύνταγμα στο Προοίμιο λέει ότι «συντάσσεται εν ονόματι της Αγίας και Ομοουσίου κα Αδιαιρέτου Τριάδος»; Πόσο ουδετερόθρησκο είναι ένα κράτος όταν δίπλα στο συνταγματικό θεμέλιο, το κοσμικό θεμέλιο του συντάγματος, που είναι η λαϊκή κυριαρχία, υπάρχει ένα συμβολικό θεμέλιο που είναι το Άγιο Πνεύμα;

Και μετά είναι το θέμα της επικρατούσας θρησκείας. Γιατί πρέπει να παραμείνει αυτό; Λέει ο πρωθυπουργός ότι θα υπάρξει μια ρύθμιση, μια ερμηνευτική δήλωση, η οποία θα λέει ότι η επικρατούσα θρησκεία δεν σημαίνει ότι είναι εις βάρος άλλων θρησκειών. Μα αυτό έτσι κι αλλιώς υπάρχει στο άρθρο 13, που αφορά τη θρησκευτική ελευθερία. Δεν το χρειαζόμαστε.

Στο άρθρο 3 επίσης υπάρχουν κι άλλα θέματα που δίνουν την εντύπωση ότι το Σύνταγμα θρησκεύει. Λέει ότι η κρατούσα θρησκεία είναι «του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού». Δηλαδή το Σύνταγμα έχει «Ιησού Χριστόν ημών»; Πώς το αποδέχεται αυτό στη διατύπωση;

 

topontiki.gr

Εκτύπωση