Κυριακή προτης Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού
Άρχων (10554 Άρθρα)
Κοινοποιήστε

Κυριακή προτης Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού

Του Ραφαήλ Χ. Μισιαούλη – θεολόγου

Κάθε γεγονός στη ζωή της Εκκλησίας μας εορτάζεται και τιμάται με τη δέουσα τιμή. Είθισται η απόδοση μιας Δεσποτικής και Θεομητορικής εορτής να γίνεται μετά από οκτώ ημέρες. Ουσιαστικά παρατείνεται η εορτή, γι΄ αυτό και ακούσαμε και σήμερα στην Ακολουθία του Όρθρου να ψάλλουμε τον Κανόνα, το Εξαποστειλάριο και τους Αίνους της εορτής της Γεννήσεως της Θεοτόκου. Η απόδοση των εορτών κληρονομήθηκε από το Μωσαϊκό Νόμο.Με ρητή διάταξη του Μωσαϊκού Νόμου, οι μεγάλες Ισραηλιτικές εορτές διαρκούσαν 8 ημέρες[1]. Αυτή τη συνήθεια την κληρονόμησε και η Χριστιανική λατρεία. Από  πολύ ενωρίς επικρατούσε η συνήθεια, (τουλάχιστον στην Εκκλησία των Ιεροσολύμων), να παρατείνεται ο εορτασμός των μεγάλων Χριστιανικών εορτών του Πάσχα, των Επιφανείων (Θεοφανείων ή Φώτων) και της Πεντηκοστής για οκτώ ημέρες.

Από θεολογικής πλευράς, αυτή η παράταση αποτελεί και μια υπέρβαση του ιστορικολειτουργικού χρόνου και μια πρόγευση της αιωνιότητας.

Στο σημερινό Ευαγγελικό ανάγνωσμα της Κυριακής προ της Υψώσεως, και την ονομάζει έτσι η Εκκλησία μας  γιατί ο Τίμιος Σταυρός έχει κεντρική σημασία στη ζωή της Εκκλησίας και γενικότερα στη ζωή του Χριστιανού. Σε αυτή την εορτή η Εκκλησία δίνει διάρκεια με το να ορίζει προεόρτια και μεθέορτα. Η σημερινή Κυριακή και η ερχόμενη είναι αφιερωμένες στο Τίμιο Ξύλο, στο μακάριον ξύλο της σωτηρίας μας. Τα αναγνώσματα που διαβάζονται αυτές τις δύο Κυριακές αναφέρονται στο σταυρικό ήθος του αληθινού πιστού, στον τρόπο που μετέχουμε στη χάρη του μυστηρίου του Σταυρού. και συγκεκριμένα από τη συνομιλία που είχε ο Ιησούς με το Νικόδημο[2], κρυφό μαθητή του Ιησού, ο οποίος μαζί με τον Ιωσήφ θα Τον κηδεύσουν αργότερα μετά τη Σταύρωσή Του. Στη συζήτηση που είχε ο Ιησούς με το Νικόδημο προτυπώνει και προεικονίζει τη δική του σταύρωση. Μιλάει για το μυστήριο της υψώσεως Του επάνω στο σταυρό. Αναφέρει το παράδειγμα με το Μωυσή όταν ύψωσε το χάλκινο φίδι  στην έρημο, έτσι πρέπει να υψωθεί πάνω στο σταυρό ο υιός του ανθρώπου[3].

Σύμφωνα με την Παλαιά Διαθήκη, γόγγυσε ο ισραηλιτικός λαός στην έρημο εναντίον του Θεού και του Μωυσή. Ο Θεός τότε διέταξε θανατηφόρα φίδια και δάγκωναν και θανάτωναν τους ασεβείς και γογγυστές Ισραηλίτες. Φόβος και τρόμος έπεσε στους Ισραηλίτες και γι’ αυτό παρακάλεσαν τον Μωυσή να προσευχηθεί στο Θεό για να τους σώσει από τα θανατηφόρα φίδια. Μόλις προσευχήθηκε ο Μωυσής ο Θεός του είπε· «Δημιούργησε ένα ομοίωμα φιδιού και βάλτο σ’ ένα υψηλό σημείο. Και έτσι όποιον δαγκάνει το φίδι θα βλέπει προς το ομοίωμα του φιδιού και δεν θα παθαίνει τίποτα[4]». Πράγματι ο Μωυσής κατασκεύασε ένα χάλκινο φίδι, το ύψωσε πάνω σ’ ένα πάσσαλο και, όταν το φίδι δάγκωνε άνθρωπο, εκείνος κοίταζε προς το υψωμένο χάλκινο φίδι και σωζόταν από τον θάνατο[5].

Θέλοντας ο Ιησούς να βοηθήσει τους μαθητές Του να κατανοήσουν το νόημα των λόγων Του και να τους προετοιμάσει για τα γεγονότα της σταυρικής Του θυσίας, γι΄ αυτό το λόγο χρησιμοποίησε το παραπάνω παράδειγμα που προανέφερα παρμένο από την Παλαιά Διαθήκη.

Θα αναρωτηθεί κανείς γιατί ο Χριστός χαρακτήρισε τον εαυτό Του με χάλκινο φίδι. Ο Θεός δεν διέταξε το Μωυσή να υψώσει στον πάσσαλο ένα πραγματικό όφι αλλά ένα χάλκινο όφι. Ο Χριστός παρομοιάζεται με όφι, διότι υψώθηκε πάνω στο σταυρό σαν κακοποιός, σαν κακούργος. Όπως όμως ο όφις που ύψωσε ο Μωυσής δεν ήταν πραγματικός αλλά χάλκινος, έτσι και ο Χριστός δεν ήταν στην πραγματικότητα  κακούργος, αλλά αντίθετα ήταν ο πιο άγιος άνθρωπος.
Ο Χριστός, ο άγιος των αγίων, υψώθηκε πάνω στο σταυρό σαν ο μεγαλύτερος κακούργος, διότι ο Θεός τον φόρτωσε με τις δικές μας αμαρτίες, για να εξιλεωθούμε και να σωθούμε.

Ὁ Κύριοςμέτήνἐνσάρκωσήτουἔλαβε πάνωτουτήνἀνθρώπινη φύση, ἔγινεὅμοιοςμέμᾶς, χωρίςὅμωςνάἔχειἴχνοςἁμαρτίας. Καίμέτή σταύρωσή του ἔγινεαἴτιοςτῆς σωτηρίας μας. Και όπως τότε, όσοι με πίστη προσήλωναν το βλέμμα τους στο χάλκινο φίδι σώζονταν, έτσι και τώρα, όσοι πιστεύουν με όλη τους την ψυχή στον Ἐσταυρωμένο Χριστό, σώζονται. Όχι σωτηρία πρόσκαιρη αλλά αιώνια. Και γίνονται άξιοι και ικανοί να κληρονομήσουν την καθαυτό «γῆτῆςἐπαγγελίας», τη βασιλεία του Θεού.

Γι᾽ αυτό το τονίζει ὁ Κύριος σήμερα: «οὕτωςἠγάπησεν ὁ Θεός τόνκόσμον, ὥστετόνΥἱόναὐτοῦτόνμονογενῆἔδωκεν (παρέδωσε σέ θάνατο), ἵναπᾶς ὁ πιστεύωνεἰςαὐτόνμήἀπόληται, ἀλλ ἔχῃζωήναἰώνιον[6]». Δηλαδή η αμέτρητη σε μέγεθος και δύναμη αγάπη του Θεού οικονόμησε έτσι τα πράγματα, ώστε όσοι πιστεύουν στον Κύριο να αποκτούν το δικαίωμα της πιο ιερής και μεγάλης κληρονομιάς που δεν είναι άλλη από την αιώνια ζωή, η οποία επιτυγχάνεται κυρίως με τα Μυστήρια της Εξομολογήσεως και της Θείας Κοινωνίας. ΚαίΟ Θεός δεν έστειλε τον Υιό του για να κρίνει τον κόσμο κατά τη δευτέρα του παρουσία, αλλά τον έστειλε για να σωθεί ο κόσμος δια του Κυρίου Ιησού.

Θα ήταν όμως παράλειψη να μην αναφερθώ και στους σήμερα τιμώμενους Αγίους, τους γονείς της Υπεραγίας Θεοτόκου, τον Ιωακείμ και την Άννα. Σύμφωνα με την αρχαία εκκλησιαστική παράδοση, ορίστηκε την επομένη του γενεσίου της Θεοτόκου, να εορτάζεται η σύναξις των δικαίων Ιωακείμ και Άννης, οι οποίοι έγιναν πρόξενοι της παγκόσμιας σωτηρίας με την γέννηση της αγίας θυγατέρας τους.

Ο Ιωακείμ ήταν γιος του Ελιακείμ από τη φυλή του Ιούδα και απόγονος του Δαβίδ. Έκπτωτος του θρόνου, ιδιώτευε στην Ιουδαία και το περισσότερο χρονικό διάστημα στην Ιερουσαλήμ, όπου είχε μέγαρο με βασιλικό κήπο. Παντρεύτηκε την Άννα, θυγατέρα του Ματθάν Ιερέως από τη φυλή του Λευΐ και της Μαρίας, γυναικός αυτού, από τη φυλή του Ιούδα. Επειδή οι φυλές, Βασιλική και Ιερατική, συγγένευαν μεταξύ τους, διότι η Βασιλεία εθεωρείτο ίση με την Ιεροσύνη, δεν έδιναν ούτε έπαιρναν θυγατέρες από άλλες φυλές που θεωρούνταν κοινές. Έτσι λοιπόν, αφού θεάρεστα πέρασε τη ζωή του το άγιο αυτό ζευγάρι, όπως μας πληροφορούν τα βιογραφικά σημειώματα των εορτών της Κοιμήσεως και Συλλήψεως της Αγίας Άννης, ο μεν Ιωακείμ πέθανε οκτώ χρόνια από τα Εισόδια της κόρης του Θεοτόκου σε ηλικία 92 ετών, η δε Άννα 11 μήνες μετά τον θάνατο του Ιωακείμ, σε ηλικία 83 ετών.

Καρπός καθαρός της γης η Θεοτόκος, η οποία γεννάται από τον Ιωακείμ και την σώφρονα Άννα, στα πρόσωπα των οποίων συγκεντρώθηκε η αγιότητα όλων των Αγίων προγόνων της Υπεραγίας Θεοτόκου με τους διαδοχικούς κατά καιρούς καθαρισμούς και αγνισμούς. Όταν λοιπόν επρόκειτο να γεννηθεί η Θεοτόκος Παρθένος από την Άννα, δεν τολμούσε η φύση να καρποφορήσει πριν από τη χάρη, αλλά έμενε άκαρπη, μέχρις ότου βλαστήσει η χάρη τον καρπό. Έτσι έπρεπε, να γεννηθείπρωτότοκη εκείνη, που θα γεννούσε τον «πρωτότοκο όλης της δημιουργίας», που «όλα σ’ αυτόν χρωστούν την ύπαρξή τους».

Όταν έπρεπε να γεννηθεί η παρθένος μητέρα του Θεού, και μάλιστα από δαβιτικό γένος και στον κατάλληλο καιρό για τη σωτηρία μας, και πλησίασε ο καιρός και έπρεπε να ετοιμασθεί η παρθένος, δεν βρέθηκαν τότε ανώτεροι στην αρετή από τους ατέκνους εκείνους (τον Ιωακείμ και την Άννα), ούτε από εκείνους που ανάγουν την ευγένεια του ήθους και του γένους στον Δαβίδ.

Γι’ αυτό προτιμήθηκαν από τους πολυτέκνους οι άτεκνοι, για να κυοφορηθεί από πολυαρέτους η πανάρετη κόρη και η πάναγνη από όλως ιδιαίτερα σώφρονες και για να λάβει η σωφροσύνη, ερχόμενη σε συνεργασία με την προσευχή και την άσκηση, ως καρπό το να γίνει γεννήτρια παρθενίας[7]».

Η απελευθέρωση δε της προμήτορος Άννας από την ακαρπία φανέρωνε ξεκάθαρα πως η στειρότητα του κόσμου σε αγαθά θα λυθεί και θα γεννηθεί ο κορμός της αφράστουμακαριότητος[8].

«Καλότυχο ζευγάρι, Ιωακείμ και Άννα, όλη η κτίση σας ευγνωμονεί. Γιατί με τη μεσολάβησή σας εδώρισε η πλάση στο Δημιουργό το πιο υπέροχο απ’ όλα τα δώρα· πολυσέβαστη Μητέρα, μοναδική, άξια του Πλάστη. Ευλογημένη μέση του Ιωακείμ, απ’ όπου βγήκε η ακηλίδωτη φύτρα. Θαυμαστή μήτρα της Άννας, που μέσα της αναπτύχθηκε σιγά-σιγά, σχηματίσθηκε και γεννήθηκε πανάγιο βρέφος. Γαστέρα, που κυοφόρησες μέσα σου τον έμψυχο ουρανό, πλατύτερο από την απεραντοσύνη των ουρανών. Αλώνι, που κράτησες απάνω σου τη θημωνιά του ζωοποιού σταριού, όπως το δήλωσε ο ίδιος ο Χριστός: «Αν δεν πέσει ο κόκκος του σταριού στη γη και πεθάνει, παραμένει ολομόναχος». Κόρφοι που θηλάσατε εκείνη, που έθρεψε τον τροφοδότη του κόσμου. Θαυμάτων θαύματα και παραδόξων παράδοξα. Γιατί έτσι έπρεπε, ν’ ανοίξει με τα θαύματα ο δρόμος, απ’ όπου με τρόπο ανέκφραστο, από αγάπη, κατέβηκε κοντά μας ο Θεός για να σαρκωθεί», λέει ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός[9].

Aποτελούν το μέγιστο παράδειγμα για τους γονείς οι σήμερα τιμώμενοι Άγιοί μας ο Ιωακείμ και η Άννα. Όπως οΙωακείμ και η Άννα φρόντισαν για την καλήανατροφὴ της Υπεραγίας Θεοτόκου, έτσι πρέπει και οι γονείς ναενδιαφερθούν για τα παιδιά τους. Λεειο Ιερός Χρυσόστομος· «Θὰσὲὀνομάσω πατέρα ὄχιὅτανθρέψῃς, ἀλλ᾿ ὅτανἀναθρέψῃςτὸπαιδὶὅπως θέλει ὁ Θεός».

Με τις πρεσβείες, λοιπόν, των Αγίων Ιωακείμ και Άννης και πάνω από όλων των Αγίων μας της Κυρίας Θεοτόκου, να πρεσβεύουν στον Κύριο και Θεό μας να έχουμε μετάνοια που είναι και το κυριότερο, θάρρος δύναμη και αισιοδοξία στην καθημερινότητα της ζωής μας.

[1] Έξοδος 2, 15-19, Λευιτικό 23, 36-39 και Αριθμών 29,35.

[2] Ο Νικόδημος ήταν άρχοντας της εβραϊκής κοινωνίας και μέλος του Συνεδρίου. Είχε πνευματικά ενδιαφέροντα και αναζητούσε να μάθει περί της σωτηρίας του ανθρώπου και πώς επιτυγχάνεται η πνευματική αναγέννηση του ανθρώπου.

[3] Ιωάννου 3, 14-15.

[4] Αριθμών 21,8.

[5] Από το περιοδικό Σταυρός, 8/9/1996.

[6]Ιωάννου 3,16.

[7]Αγίου Γρηγορίου Παλαμά, Ομιλία ΜΒ΄, Εις την σωτήριον Γέννησιν της πανυπεράγνουΔεσποίνης ημών Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας, κεφ. 5, ΕΠΕ 10,592-593.

[8]Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, Η Θεοτόκος, εκδ. Αποστολική Διακονία, Αθήνα 1990, σελ. 117.

[9]Αγίου Ιωάννου Δαμασκηνού, Η Θεοτόκος, εκδ. Αποστολική Διακονία, Αθήνα 1990, σελ. 67-69 (Λόγος εις το Γενέσιον της Υπεραγίας Θεοτόκου).

Εκτύπωση