Δύο έτη από την κοίμηση του Αρχιμανδρίτη Σάββα Αχιλλέως (ΦΩΤΟ – ΒΙΝΤΕΟ)
Άρχων (11638 Άρθρα)
Κοινοποιήστε

Δύο έτη από την κοίμηση του Αρχιμανδρίτη Σάββα Αχιλλέως (ΦΩΤΟ – ΒΙΝΤΕΟ)

Ὁ πατὴρ Σάββας Ἀχιλλέως γεννήθηκε στὸ ὀρεινὸ χωριὸ τῆς Λευκωσίας, τὴν ὄμορφη Ἅλωνα, στὶς 2 Αὐγούστου τοῦ ἔτους 1930. Ἦταν τὸ πέμπτο καὶ τὸ μικρότερο παιδὶ μιᾶς φτωχικῆς ἀγροτικῆς οἰκογένειας. Γονεῖς του ἦταν οἱ εὐσεβεῖς καὶ θεοφοβούμενοι ἄνθρωποι: ὁ Ἀχιλλῆς καὶ ἡ Ἑλένη.

Πήγαινε στὸ δημοτικὸ σχολεῖο τοῦ χωριοῦ του καὶ ταυτοχρόνως βοηθοῦσε τὴν οἰκογένειά του στὶς καθημερινὲς φροντίδες. Ἦταν ἕνα εὐαίσθητο, πονόψυχο, ἔξυπνο καὶ δυνατὸ παιδάκι. Τὶς κρύες μέρες καὶ νύκτες τοῦ χειμῶνα φρόντιζε νὰ ἐφοδιάζῃ μὲ ξύλα καὶ κλαριὰ τὰ ἀνήμπορα καὶ μοναχικὰ γεροντάκια καὶ τοὺς ἄναβε τὰ τζάκια γιὰ νὰ ζεσταθοῦν. Ἐκεῖνοι μὲ τὴν σειρά τους τοῦ ἔβαζαν εὐχὲς καὶ ἔφευγαν ἀπὸ αὐτὸν τὸν μάταιο κόσμο, ἔχοντας τὸ ὄνομά του στὰ χείλη τους. Ἐπειδὴ ἦταν ἐργατικὸς καὶ χαρισματικός, γρήγορα ἔμαθε μόνος του νὰ παίζῃ βιολὶ καὶ νὰ συνοδεύῃ τοὺς γάμους μὲ παραδοσιακὰ τραγούδια. Παράλληλα ἔμαθε τὴν τέχνη τοῦ τσαγκάρη καὶ ἐπιδιόρθωνε, ἀλλὰ καὶ κατασκεύαζε τὰ ὑποδήματα τῶν συγχωριανῶν του.

Ὅταν τέλειωσε τὸ σχολεῖο, ἔφυγε, γιὰ νὰ ἐργαστῇ στὴν Λευκωσία. Ἐκεῖ γνώρισε λειτουργούς Του Θεού ὑψηλού πνευματικού  ἀναστήματος  καὶ παράλληλα μὲ τὴν ἐργασία του γιὰ τὸν βιοπορισμὸ (ἐργάστηκε ὡς οἰκοδόμος, ὡς ἐργάτης-καθαριστὴς στὰ ξενοδοχεῖα καὶ τέλος ἄνοιξε ἕνα μικρὸ μανάβικο μέσα στὴν ἀγορὰ τῆς Λευκωσίας) ἐκτελοῦσε τὴν πνευματικὴ ἐργασία ποὺ ὀφείλουμε ὅλοι μας στὴν ἀθάνατη ψυχή μας. Εἶχε τὴν εὐλογία νὰ ἔχῃ καλοὺς εξομολόγους, τοὺς ὁποίους εὐγνωμονοῦσε σὲ ὅλη του τὴν ζωή, διότι τοῦ δώσανε τὶς σωστὲς συμβουλὲς καὶ τὸ καλὸ παράδειγμα.

Τὸ ἔτος 1954 ὁ πατὴρ Σταῦρος Παπαγαθαγγέλου, μὲ ἄκρα μυστικότητα καὶ προσοχὴ στὴν ἐπιλογή, ξεκινᾷ νὰ ὁρκίζῃ τὰ πρῶτα παλληκάρια, μὲ σκοπὸ τὴν ἔναρξη τοῦ ἀγῶνα κατὰ τῶν Ἄγγλων κατακτητῶν καὶ τὴν ἕνωση μὲ τὴν μητέρα Ἑλλάδα. Ὁ Σάββας τοῦ Ἀχιλλῆ (Ἀχιλλέως) δὲν μένει ἄπραγος. Πάντοτε εἰλικρινὴς καὶ μὲ αἴσθημα αὐτοθυσίας, ὁρκίζεται τὸν ὅρκο τῆς Ε.Ο.Κ.Α. καὶ μένει πιστὸς ἄχρι τέλους. Στὴν ἀρχὴ συμμετέχει στὴν προετοιμασία τοῦ ἀγῶνα γιὰ τὴν ἐλευθερία τῆς πατρίδος του, κάνοντας τὸ μανάβικό του κέντρο συλλογῆς πολεμοφοδίων καὶ ἄλλων μυστικῶν δραστηριοτήτων. Ὅμως οἱ ἐχθροί, ποὺ παρακολουθοῦν ἄγρυπνοι μὲ βοηθούς τους τοὺς προδότες, τὸν ἐπισημαίνουν καὶ καταφθάνουν γιὰ νὰ τὸν συλλάβουν. Διαφεύγει τὴν τελευταία στιγμὴ καὶ ἐντάσσεται στὴν ὁμάδα μὲ τὴν ὀνομασία «Οὐρανὸς» μὲ ὑπαρχηγὸ τὸν ἥρωα Μᾶρκο Δράκο.

Δύο ὁλόκληρα ἔτη ζῇ στὰ δάση σὲ κρησφύγετα, συμμετέχει σὲ ἀσκήσεις καὶ ἐπιχειρήσεις τῆς ὁμάδας του μὲ τὸ ψευδώνυμο: Σάββας Ἁλωνεύτης ἢ Ἀσκληπιός. Ἐκτελεῖ παράλληλα καὶ χρέη, γιατροῦ-νοσοκόμου, μάγειρα, κουρέα καὶ ὅτι εἶναι συνυφασμένο μὲ προσφορὰ καὶ φροντίδα καὶ διακονία πρὸς τὸν συνάνθρωπο. Ἐκεῖ γνωρίζει καὶ τὸν Ἀρχηγὸ Διγενῆ, ὁ ὁποῖος διακρίνει στὸ νεαρὸ ἐκεῖνο παλληκάρι: τὸ ὑψηλὸ αἴσθημα εὐθύνης, τὴν εὐστροφία, τὴν σοβαρότητα καὶ πλῆθος ἀκόμα χαρισμάτων μὲ κορωνίδα ὅλων τὴν ἀκλόνητη πίστη καὶ τὴν καθαρότητα ψυχῆς καὶ σώματος. Τοῦ ἀναθέτει, νὰ μεταμορφωθῇ σὲ καλόγερο, νὰ βρίσκεται στὴν Μονὴ τοῦ Κύκκου, νὰ παρακολουθῇ τὶς κινήσεις τῶν Ἄγγλων καὶ ὅταν εἶναι ἀνάγκη ἐντὸς ἐλαχίστων λεπτῶν νὰ ἀνεβαίνῃ στὴν κορυφὴ τοῦ βουνοῦ καὶ μὲ κωδικοποιημένα σήματα νὰ εἰδοποιῇ τὴν Ὁμάδα καὶ τὸν Ἀρχηγό. Ἐπ’ ἴσης, ἦταν ὑπεύθυνος καὶ γιὰ τὴν διακίνηση τῆς ἀλληλογραφίας ὅλης τῆς Ὀργάνωσης. (Ἐκεῖ στὴν Ἱερὰ Μονὴ τῆς Παναγίας τοῦ Κύκκου τοῦ συνέβησαν τὰ θαυμαστὰ γεγονότα τῆς παρέμβασης Τῆς Θεοτόκου, τὰ ὁποῖα καθόρισαν ὅλη τὴν μετέπειτα πορεία τῆς ζωῆς του) .

Στὶς 19 Ἰουλίου τοῦ 1956 συλλαμβάνεται – κατόπιν προδοσίας – ἀπὸ Ἄγγλους στρατιῶτες καὶ φυλακίζεται. Παρ’ ὅλο ποὺ στὶς φυλακὲς ἀνακρίνεται ἀπὸ τοὺς ὀνομαστοὺς καὶ τοὺς πιὸ ἔμπειρους καὶ βάρβαρους Ἄγγλους ἀνακριτές, τὸ ὑψηλό του πνευματικὸ ἀνάστημα ἀλλὰ καὶ ἡ πάντοτε θαυμαστὴ παρέμβαση καὶ ἡ ἀγάπη Τῆς Παναγίας μας, δὲν τοὺς δίνει κἀνένα δικαίωμα καὶ κἀμμία ἐξουσία πάνω του. Δὲν μποροῦν νὰ ἀποδείξουν τίποτε μὲ βεβαιότητα, ἐν ᾧ ἐκεῖνος δὲν ἀποχωρίζεται λεπτὸ τὴν Ἁγία Γραφή, στηρίζει πνευματικὰ καὶ παρηγορεῖ τοὺς συγκρατούμενους ἀδελφούς του καὶ δὲν ἀφήνει τὸν χρόνο νὰ πάῃ χαμένος. Μέσα στὶς φυλακὲς ὑπάρχουν συγκρατούμενοι συναγωνιστὲς ποὺ τυγχάνουν νὰ εἶναι καθηγητὲς τοῦ γυμνασίου. Δράττεται τῆς εὐκαιρίας γιὰ τὶς πολυπόθητες σπουδές. Σὲ χρόνο ρεκὸρ τελειώνει ὅλη τὴν ὕλη τοῦ γυμνασίου καὶ ἀμέσως μετὰ τὴν ἀπελευθέρωση (συμφωνία Ζυρίχης – Φεβρουάριος 1959) δίνει ἐξετάσεις καὶ λαμβάνει τὸ ἀπολυτήριο τοῦ γυμνασίου. Ὅλα αὐτὰ τὰ γεγονότα τὰ περιέγραψε ἀργότερα στὸ βιβλίο του: «τὰ Ἀπομνημονεύματά μου | Ε.Ο.Κ.Α. (Ὁμάδα: Οὐρανὸς) | 1955-1959».

Ἀφ’ οὗ ὁλοκληρώθηκε αὐτὸ τὸ στάδιο τῆς ζωῆς του, εἶναι πιὰ ἐλεύθερος νὰ προχωρήσῃ στὴν πιὸ σημαντικὴ ἀπόφαση. Ἡ ἀπόφαση αὐτὴ σφραγίστηκε ἐξ Ἄνωθεν. Στὶς 31 Μαΐου 1959 χειροτονεῖται Διάκονος στὸν Ἱερὸ Ναὸ Φανερωμένης τῆς Λευκωσίας καὶ ἀναχωρεῖ γιὰ τὴν Ἀθήνα, ὅπου ξεκινᾷ τὶς σπουδές του στὴν Θεολογικὴ σχολὴ Ἀθηνῶν. Στὴν Ἀθήνα παράλληλα μὲ τὶς σπουδὲς ἀναπτύσσει πλούσια πνευματικὴ καὶ φιλανθρωπικὴ δράση, διατελῶν Διάκονος στὸν Ἱερὸ Ναὸ τῆς Μεταμορφώσεως Τοῦ Σωτῆρος στὸν Βύρωνα καὶ ἀφοσιώνεται στὴν ἐκμάθηση (σχεδὸν αὐτοδίδακτος καὶ πάλι, μὲ μία μικρὴ βοήθεια ἑνὸς ἐνορίτη του) τῆς Γαλλικῆς γλώσσης, γιὰ νὰ μπορέσῃ νὰ ἀξιοποιήσῃ μία ὑποτροφία γιὰ μεταπτυχιακὸ στὴν Γαλλία καὶ στὶς Βρυξέλλες.

Μετὰ ἀπὸ πέντε χρόνια ἐπιστρέφει στὴν Κύπρο καὶ ἀφ’ οὗ ἐνημερώνει τὸν Ἀρχιεπίσκοπο Μακάριο γιὰ τὸ πέρας τῶν σπουδῶν, ἀποφασίζεται ἡ χειροτονία του εἰς Ἱερέα νὰ γίνῃ στὶς 15 Αὐγούστου τοῦ 1964 στὴν Ἱερὰ Μονὴ τοῦ Κύκκου μὲ ὅλη τὴν μεγαλοπρέπεια καὶ ἱερότητα. Ἔχοντας πλέον τὴν γνώση τῆς Γαλλικῆς γλώσσης καὶ πτυχίο καὶ πάνω ἀπὸ ὅλα τὴν Ἱερωσύνη, ἀναχωρεῖ γιὰ τὶς Βρυξέλλες. Ὁ Δεσπότης τῆς Γαλλίας κ.κ. Μελέτιος τὸν διορίζει Προϊστάμενο τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας τῶν Βρυξελλῶν (τὴν ἐποχὴ ἐκείνη τὸ Βέλγιο ἀποτελεῖ Ἐξαρχία τῆς Μητροπόλεως Γαλλίας) , ἐν ᾧ παράλληλα τοῦ δίνεται ἡ δυνατότητα σπουδῶν στὸ Πανεπιστήμιο μὲ κατεύθυνση τὴν Ποιμαντική.

Ὁ πατὴρ Σάββας ἀναλαμβάνει πλούσια πνευματικὴ καὶ φιλανθρωπικὴ καὶ ἐν κυριολεξίᾳ ἱεραποστολικὴ δράση γιὰ τὴν ἐπιστροφὴ τῶν Ἑλλήνων μεταναστῶν στὴν ἀγκαλιὰ τῆς Μητέρας Ἐκκλησίας. Παρέμεινε στὸ Βέλγιο ἐπὶ τέσσερα ἔτη καὶ κατὰ τὴν ὁμολογία τοῦ ἰδίου Μητροπολίτου: «τὸ πέρασμα τοῦ πατρὸς Σάββα Ἀχιλλέως ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τῶν Βρυξελλῶν θὰ μείνῃ ἱστορικό». Αὐτὸ ἀκριβῶς συνέβη. Ἀπὸ τὸ Βέλγιο ἔφυγε ὕστερα ἀπὸ τὴν παράκληση καὶ προτροπὴ τοῦ σεβαστοῦ πατρὸς Ἠλία Τσακογιάννη – ἱερέα τοῦ Νοσοκομείου «Εὐαγγελισμός». Τὸ 1969 ὁ πατὴρ Ἠλίας ἀναγκάσθηκε νὰ δεχθῇ τὸν Ἐπισκοπικὸ Θρόνο τῆς Μητροπόλεως Δημητριάδος καὶ ἀγωνιῶντας νὰ ἀφήσῃ στὴν θέση του ἕνα ἄξιον ἐμπιστοσύνης ἐργάτην τοῦ Εὐαγγελίου, ἔγραψε στὸν πατέρα Σάββα στὶς Βρυξέλλες νὰ δεχθῇ νὰ συνεχίσῃ αὐτὸ τὸ δύσκολο ἔργο.Ἐπειδὴ ἡ προσφορὰ πρὸς τὸν ἀσθενῆ ἦταν ὁ μεγάλος πόθος τοῦ πατρὸς Σάββα, δέχθηκε μετὰ χαρᾶς καὶ ἀπὸ τὸ 1969 ἐπὶ πενταετία ὑπηρέτησε μὲ αὐτοθυσία στὸ Νοσοκομεῖο τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τοὺς πάσχοντες. Παράλληλα συνέχισε τὶς σπουδές του στὴν Φιλοσοφικὴ Σχολὴ ἀπὸ τὴν ὁποία ἀποφοίτησε τὸ 1974.

Τὰ γεγονότα τῆς εἰσβολῆς (1974) τῶν Τούρκων στὴν Κύπρο δὲν τὸν ἀφήνουν ἀδιάφορο. Παραιτεῖται ἀπὸ τὸν Εὐαγγελισμὸ καὶ σπεύδει στὴν ἀγαπημένη του πατρίδα νὰ βοηθήσῃ ὅπως μπορεῖ. Ὑπηρέτησε στὴν Μητρόπολη Κυρηνείας ἕως τὸ 1975 καὶ ὅταν πλέον ὅλα εἶχαν παγιωθεῖ μὲ τὴν γνωστὴ σὲ ὅλους πλέον σειρὰ τῶν δυσμενῶν ἱστορικῶν γεγονότων, ἔφυγε πάλι στὴν Εὐρώπη, γιὰ νὰ ὁλοκληρώσῃ τὶς σπουδές του. Ἐπέστρεψε στὴν Ἀθήνα καὶ τὴν 1η Μαρτίου τοῦ 1976 ἔλαβε τὸν διορισμὸ ὡς ἐφημέριος σὲ μία ἀπόμακρη καὶ νεοδημιουργηθεῖσα ἐνορία στὴν περιοχὴ τοῦ Καρέα, ὅπου ὑπῆρχαν δύο μικρὰ παρεκκλήσια τοῦ Ἁγίου Στυλιανοῦ καὶ τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς. Ἐκεῖ ξεκίνησε ἕνας τιτάνιος ἀγῶνας καὶ συντελέστηκε τὸ μέγα θαῦμα τοῦ Ἁγίου Γεωργίου.Κτίστηκε πρῶτα ὁ ἡμιυπόγειος ναὸς ποὺ σήμερα ἑορτάζεται πρὸς τιμὴν τοῦ Ἁγίου Σάββα τοῦ Ἡγιασμένου. Ἔπειτα ὁλοκληρώθηκε ὁ περίλαμπρος ναὸς τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου, τοῦ Ἁγίου ποὺ ἦταν ὁ προστάτης τοῦ Γέροντα ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ γεννήθηκε (στὸ χωριό του ἔχουν ἕναν πανέμορφο ναό του καὶ τὸν Ἅγιο πάντοτε νὰ θαυματουργῇ) . Ὁλοκληρώθηκε ἡ ἀνέγερση ὅλων τῶν βοηθητικῶν χώρων (κυλικεῖο, αἴθουσες κατηχητικῶν καὶ πολλὰ ἄλλα) .

Θὰ ἦταν ὅμως μεγάλη ἀδικία γιὰ τὸν πατέρα Σάββα νὰ προβληθῇ σὰν ἔργο του μόνο ἡ κατασκευὴ καὶ δημιουργία κτισμάτων γιὰ τὴν ἐξυπηρέτηση τῶν ἐνοριτῶν, οἱ ὁποῖοι στὸ μεταξὺ εἶχαν ὑπερπληθυνθεῖ. Τὸ μεγαλύτερο καὶ σημαντικότερο ἔργο του, στὸ ὁποῖο ἔδινε καὶ τὴν ἀποκλειστικὴ βαρύτητα, ἦταν τὸ πνευματικό. Θεῖες Λειτουργίες, ἀγρυπνίες, κηρύγματα, ἐξομολογήσεις, βοήθεια πρὸς τοὺς ἀσθενεῖς καὶ τοὺς ὀχλουμένους ἀπὸ τὰ ἀκάθαρτα πνεύματα, διάβασμα εὐχῶν τοῦ Μεγάλου Βασιλείου καὶ τοῦ Ἁγίου Κυπριανοῦ καὶ πολλὰ ἄλλα. Ὁ Ἱερὸς Ναὸς ἦταν ἕνας ζωντανὸς ὀργανισμὸς ποὺ ἔσφυζε ἀπὸ ζωὴ καὶ λειτουργοῦσε σχεδὸν ὁλόκληρο τὸ εἰκοσιτετράωρο.

Γιὰ νὰ βοηθήσῃ τοὺς ἀνθρώπους περισσότερο ἔγραψε πολλὰ καὶ σημαντικὰ βιβλία. Βλέποντας τὴν νεότητα νὰ παρασύρηται σὲ μέρη ψυχαγωγίας καὶ διασκέδασης ἀπὸ ὅπου κἄποιοι ἐπιτήδειοι ἔβρισκαν εὐκαιρία νὰ παγιδεύουν τὰ ἀνυποψίαστα θύματά τους, ἀποφάσισε τὴν ἀνέγερση Πνευματικοῦ Κέντρου μὲ σκοπὸ τὴν ἀνιδιοτελῆ προσφορὰ πρὸς τὴν νεότητα. Μὲ ὑπέρμετρες προσπάθειες κτίστηκε ἕνα περίλαμπρο Πνευματικὸ Κέντρο (περίπου 2000 τετραγωνικὰ μέτρα) ποὺ κἄποιοι τὸ παρομοίασαν μὲ τὰ ἀνάκτορα τοῦ Μπάκινγχαμ. Ἔγινε ἡ γιορτὴ τῆς ἔναρξης τῆς λειτουργίας του (μόνο τὸ Ἀμφιθέατρο δὲν εἶχε προλάβει ἀκόμα νὰ ὁλοκληρωθῇ εἰς τὸ παντελές, ἐν ᾧ τὰ καμαρίνια του ἦταν πλέον πλήρως ἐξοπλισμένα) . Εἶχε προγραμματιστεῖ τὸν ἑπόμενο μῆνα νὰ πραγματοποιηθῇ γιορτὴ γιὰ τὸν Εὐαγγελισμὸ τῆς Θεοτόκου. Αὐτὸ δὲν στάθηκε δυνατό, διότι ὁ ἄξιος λειτουργὸς τοῦ Θεοῦ ἀναγκάστηκε νὰ παραιτηθῇ καὶ συνταξιοδοτήθηκε. Ἦταν 15 Μαρτίου τοῦ 2006.

Ὁ Χριστός μας καὶ ἡ Μεγαλόχαρη Παναγία μας τοῦ ἔδωσαν μία νέα ἀποστολή. Ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὶς πολλὲς μέριμνες, νοερὰ προσευχή, ἡσυχαστικὴ ζωὴ μακριὰ ἀπὸ τὸν πολὺ κόσμο, συγγραφὴ βιβλίων, κηρύγματα στὸ εὐρύτατο πλῆθος τῶν ἀκροατῶν τοῦ διαδικτύου ἀπὸ διάφορα μέρη τοῦ πλανήτη, ἀπαντήσεις στὶς ἀπορίες καὶ τοὺς προβληματισμούς τους. Μὲ ἄλλα λόγια: ἕνα παγκόσμιο κήρυγμα. Ὅλα αὐτὰ δὲν θὰ μποροῦσε νὰ τὰ πραγματοποιήσῃ ὁ Γέροντας κλεισμένος μέσα σὲ ἕνα διαμέρισμα τῆς Ἀθήνας, ὅπου τὸν ἔβρισκαν καὶ τὸν ἐνοχλοῦσαν ἀδιάκριτα. Ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ εἶχε μεριμνήσει ἀπὸ χρόνια καὶ εἶχε φιλοξενηθεῖ ἀπὸ μία προσφιλῆ του οἰκογένεια σὲ ἕνα ἀπομακρυσμένο χωριουδάκι στὸν νομὸ Ἠλείας. Ἔνοιωσε τόση χαρὰ καὶ πνευματικὴ ἀνάταση σὲ αὐτὸ τὸ μέρος ποὺ φρόντιζε μὲ τὴν παραμικρὴ εὐκαιρία νὰ τὸ ἐπισκέπτεται. Διοργάνωνε ὁμιλίες καὶ κηρύγματα καὶ ἐξομολόγηση. Χάρη στὶς προσευχές του, ἔχουν γεννηθεῖ πολλὰ παιδιὰ ἀπὸ ἄτεκνα ζευγάρια, ἔχουν βρεῖ λύσεις σὲ προβλήματα πλῆθος ἀνθρώπων.

Ἡ παλῃὰ πέτρινη ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Γεωργίου στὸ χωριὸ ἦταν ἕτοιμη νὰ καταρρεύσῃ. Ὁ πατὴρ Σάββας μὲ δικά του ἔξοδα φρόντισε καὶ ἀνακαίνισε τὸν Ἱερὸ Ναό. Δέκα ὁλόκληρα χρόνια πρόσφερε τὴν ἀγάπη του ὁ πατὴρ Σάββας στὴν ἐπαρχία τοῦ Νομοῦ Ἠλείας, ἀλλὰ καὶ σὲ παγκόσμιο ἐπίπεδο. Ὅμως παραχώρησε ὁ Θεός μας καὶ τὸν πῆρε κοντά του, στὸν ἀληθινὸ κόσμο, στὶς 3 Αὐγούστου τοῦ 2016. Ἂς ἔχουμε τὴν εὐχή του καὶ νὰ ἀξιωθοῦμε νὰ τηρήσουμε τὶς συμβουλές του, νὰ μείνουμε πιστοὶ στὸν Χριστό μας ἄχρι θανάτου, νὰ μὴ δεχτοῦμε γιὰ κἀνένα λόγο τὴν σφραγῖδα τοῦ ἀντιχρίστου, γιὰ νὰ ζήσουμε αἰωνίως κοντὰ στὸν Ἀρχηγὸ τῆς Ζωῆς στὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Γένοιτο.

Τὸ χάρισμα τῆς Ἱερωσύνης ἐδόθη στὸν πατέρα Σάββα μὲ ἐντολὴ ἀπὸ Τὸν Χριστὸ καὶ Τὴν Παναγία Μητέρα Του. Ἰδοὺ πῶς τὰ διηγήθηκε ὁ ἴδιος καὶ καταγράφηκαν.

 «Μικρὸ παιδὶ τοῦ δημοτικοῦ σχολείου δὲν ἔλειπα ἀπὸ τὴν ἐκκλησία. Ἤμουν πάντοτε ὁ βοηθὸς τοῦ γέροντος ἱερέα τοῦ χωριοῦ μου καὶ κάθε βράδυ τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς ἀπήγγειλα τὸν Ὕμνο πρὸς τὴν Παναγία μας. Ὅταν μαζευόταν ὅλη ἡ οἰκογένεια στὸ φτωχικό μας σπιτάκι, ἔπιανα στὰ χέρια μου τὴν Καινὴ Διαθήκη καὶ ἔψαλλα ἐπιμελῶς τὸ Εὐαγγέλιο εἰς ἀκρόασιν τῶν γονέων μου καὶ τῶν μεγαλυτέρων ἀδελφῶν μου. Ἤμουν τὸ πέμπτο καὶ τὸ μικρότερο ἀπὸ ὅλα τὰ παιδιὰ τῆς οἰκογένειάς μου. Οἱ γονεῖς μου ἦταν εὐσεβεῖς καὶ φιλοπάτριδες καὶ ἀγαποῦσαν πολὺ τὴν Ἑλλάδα καὶ ἐμφύτευσαν αὐτή τους τὴν ἀγάπη στὴν ἁγνὴ καρδούλα τῶν παιδιῶν τους. Ἀνεπτύχθη μέσα μου ἡ φλογερὴ ἐπιθυμία νὰ ἀξιωθῶ κἄποτε νὰ ἱερωθῶ. Ἔβλεπα τὸν ἱερέα στὸν δρόμο μου καὶ ὅταν ἐκεῖνος προσπερνοῦσε στεκόμουν καὶ τὸν παρακολουθοῦσα καὶ τὸν θαύμαζα. Παρακαλοῦσα Τὸν Θεὸ νὰ φτάσω κἄποτε στὸ ὕψος αὐτὸ τῆς Ἱερωσύνης. Σκεφτόμουν ὅμως καὶ ἔλεγα: «αὐτὸς ποὺ συνάντησα τώρᾳ στὸ δρόμο μου εἶναι Θεολόγος ἱερέας. Ἐγὼ ἕνα φτωχόπαιδο, πῶς θὰ σπουδάσω καὶ πῶς θὰ ἀξιωθῶ νὰ ἔχω ἕνα Πτυχίο Θεολογίας;». Θεολογία ἔλεγα…! Μὰ ὑπάρχει μεγαλύτερη ἐπιστήμη σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο, νὰ μιλᾷς καὶ νὰ διδάσκῃς τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ; Καὶ συζητοῦσα πάντοτε μὲ τὸν ἑαυτό μου καὶ μόνος μου ἀναλογιζόμουν τὸ μέγα βάρος τῆς Ἱερωσύνης. Πέρασαν τὰ χρόνια, ἀλλὰ ὁ πόθος μου γιὰ τὴν Ἱερωσύνη δὲν μὲ ἐγκατέλειπε. Ἔφθασα στὴν Ἱερὰ Μονὴ καὶ ἔμαθα πολλὰ γιὰ τὸ μέγα μυστήριο τῆς Ἱερωσύνης. Εὑρισκόμενος κἄποια μέρα στὴν μεγάλη αὐλὴ τῆς ἱερᾶς Μονῆς, σκεφτόμουν τὶς δυσκολίες τοῦ λειτουργήματος. Περισσότερο ἀναλογιζόμουν τὴν ἀναξιότητά μου γιὰ τὸ πῶς θὰ μποροῦσα νὰ ἐπωμισθῶ ἕνα τέτοιο βάρος. Ἔνοιωθα, ἕνα δέος, ἕναν μεγάλο φόβο. Κάμινος, ὅμοια μὲ τὴν κάμινο τοῦ Ναβουχοδονόσορος, ἡ ὁποία δέχθηκε τοὺς τρεῖς παῖδας καὶ ἀκόμα μεγαλύτερη ἀπὸ ἐκείνη εἶναι τὸ μέγα μυστήριο τῆς Ἱερωσύνης. Νὰ ἀναλάβω, λοιπόν, ἕνα τέτοιο βάρος; Αὐτὸ σκεφτόμουν καὶ αὐτὸ μὲ βασάνιζε. Ἢ νὰ μὴν ἀναλάβω καὶ νὰ στρέψω τὴν προσοχή μου σὲ ἕνα ὁποιοδήποτε ἐπάγγελμα; Μοῦ ἐρχόταν ὅμως πάλι ἡ εἰκόνα τῶν ἱερέων ποὺ συναντοῦσα στοὺς δρόμους καὶ πόσο τοὺς θαύμαζα. Θαύμαζα τὴν μεγαλοπρέπεια καὶ τὸ Ἀγγελικὸ σχῆμα, τὸ ὁποῖο τοὺς περιέβαλε. Μὲ καταλάμβανε ὁ ἱερὸς πόθος νὰ τοὺς μιμηθῶ. Αὐτομάτως ἐρχόταν στὴν μνήμη μου ἡ μοναδικὴ εὐχὴ τῆς γλυκιᾶς μου μανούλας. «Ἔχε τὴν εὐχή μου γιέ μου καὶ νὰ σὲ δῶ παπᾶ. Νὰ ὑπηρετῇς: τὸν Χριστό μου, τὸν Θεό μου καὶ νὰ μὲ μνημονεύῃς ὅταν θὰ πεθάνω». Μετὰ τὴν μοναδικὴ καὶ ἐπαναληπτικὴ καὶ στερεότυπη εὐχὴ τῆς μάνας μου, μοῦ ἐρχόταν στὴν σκέψη ἡ εὐχὴ τῆς μακαριστῆς γιαγιᾶς μου. Μοῦ τὴν ἔλεγαν τὰ μεγαλύτερά μου ἀδέλφια καὶ τὰ ἐπικύρωνε ἡ μανούλα μου. Μὲ κατελάμβαναν δάκρυα συγκίνησης. Μὲ σήκωνε στὴν ἀγκαλιά της, ἡ γιαγιά μου, καὶ προσπαθῶντας νὰ μὲ κοιμήσῃ, καθὼς ἤμουν βρέφος, εὐχόταν καὶ ἔλεγε: «ἔχε τὴν εὐχή μου γιέ μου καὶ νὰ φορῇς φελόνια καὶ νὰ ψάλλῃς μὲς στὶς ἐκκλησιὲς ὅπως τὰ χελιδόνια». Ὅλα αὐτὰ καὶ ἄλλα γλυκύτερα ὄνειρα, μοῦ γέμιζαν τὴν ψυχὴ καὶ ἀνέβαινα νοερὰ στὸν θρόνο τοῦ Θεοῦ, στὸ κάλλος τοῦ Παραδείσου. Ἄκουγα νοερὰ τοὺς ἱεροὺς ὕμνους τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἔβλεπα πῶς τελῶ τὴν θεία καὶ ἱερὴ Λειτουργία. Ἔβλεπα τοὺς ἀγγέλους τοῦ οὐρανοῦ νὰ μὲ περικυκλώνουν στὸ ἱερὸ Θυσιαστήριο καὶ νὰ συλλειτουργῶ μαζί τους. Ἔπειτα, ὅμως, πρόβαλλε ἕνας ἄλλος κόσμος μέσα μου, ποὺ ἦταν ἀπειλητικὸς καὶ μοῦ ἀντιτασσόταν. Λογισμοὶ ὅπως: «τί θέλεις νὰ μπλέξῃς μὲ τοὺς παπᾶδες; Ξέρεις ὅτι: θὰ σὲ βρίζουν, θὰ σὲ φτύνουν, θὰ σὲ διασύρουν, θὰ σὲ φθονοῦν, θὰ σὲ ἀποδοκιμάζουν, θὰ σὲ ἐμπαίζουν; Δὲν ἀλλάζεις τὴν γνώμη σου, γιὰ νὰ εἶσαι ἥσυχος;». Κατόπιν ἐρχόταν καὶ πάλι ἡ πρώτη σκέψη. Ἐκείνη μοῦ φανέρωνε τὴν δόξα τοῦ ὑπουργήματος, ὄχι τοῦ ἐπαγγέλματος, καὶ τὴν ἀπέραντη εὐθύνη ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Μόνος μέσα στὴν μεγάλη αὐλὴ τῆς ἱερᾶς Μονῆς τῆς Παναγίας μου, σκεπτόμουν καὶ πάλευα μὲ τὶς ἐναλλασσόμενες σκέψεις σχετικὰ μὲ τὸ μέγα μυστήριο τῆς Ἱερωσύνης. Καὶ πάντα κατέληγα στὸ ἀπέραντο καὶ ἀβάστακτο βάρος τοῦ μεγάλου καθήκοντος. Ὁλομόναχος, ὅπως σκεπτόμουν ὅλα τὰ ὑπὲρ καὶ τὰ κατὰ καὶ ἔβλεπα πρὸς τὸ δυτικὸ μέρος τῆς μεγάλης αὐλῆς, ὦ Θεέ μου! Τί ἀντίκρυσα; Ἕνα θαῦμα ὑπερφυσικό. Ἕνα θαῦμα συγκλονιστικό, ὄχι ὄνειρο ἀλλὰ ὅραμα, τὸ ὁποῖο μοῦ ἔδωσε τὴν ἀφορμὴ νὰ παραιτηθῶ ἀπὸ τὸν διακαῆ πόθο καὶ τὴν ὁλόψυχη ἐπιθυμία τῆς Ἱερωσύνης. Μιὰ ἀποκάλυψη τοῦ μεγάλου μυστηρίου τῆς Ἱερωσύνης. Ἕνας πύρινος στῦλος, ὁ ὁποῖος ἀνέβαινε ἀπὸ τὴν γῆ στὸν οὐρανὸ καὶ χανόταν στὸ ὕψος τῆς ἀπεραντωσύνης. Ἐπέτρεψε, ὁ Θεός, ὁ καρδιογνώστης, «ὁ ἐτάζων καρδίας καὶ νεφροὺς καὶ τὰ κρύφια τῶν ἀνθρώπων». Τὸ ἐπέτρεψε ὁ Θεός, ὁ γνωρίζων τὰ βάθη τῆς καρδίας τοῦ καθ’ ἑνὸς ἀνθρώπου. Ἤθελε μὲ αὐτὸ νὰ μοῦ φανερώσῃ σὲ ποιὸ ὕψος θὰ ἀνεβαίνῃ κάθε φορὰ ἡ ταπεινὴ προσευχή, ὅταν θὰ τελῆται: ἡ θεία καὶ ἱερὰ Λειτουργία, ἡ δέησις, ἡ παράκλησις. Κάθε φορὰ ὅταν θὰ λειτουργῶ καὶ θὰ παρακαλῶ τὸν Θεὸ ὑπὲρ τῶν δικῶν μου ἁμαρτιῶν καὶ τῆς σωτηρίας καὶ συγχωρήσεως ὅλου τοῦ κόσμου. Θεέ μου: ποιός ἔχει τὴν δύναμη νὰ εἰσέρχεται – ἔλεγα – μέσα σὲ αὐτὴ τὴν κάμινο τὴν καιομένη καὶ νὰ ἐξέρχεται ἀβλαβὴς καὶ ἄθικτος; Ὦ Θεέ μου, Παναγία μου! Καλλίτερα νὰ ἀποχωρήσω καὶ ἂς μὴ ἀναλάβω μιὰ τέτοια φοβερὴ εὐθύνη καὶ τέτοιο ἀβάστακτο βάρος. Μέσα σὲ αὐτὴ τὴν θύελλα τῶν θετικῶν καὶ ἀρνητικῶν ἀποφάσεών μου, ἄκουσα ἀπὸ τὰ δεξιά μου ζωντανὴ καὶ γλυκύτατη καὶ ἀλησμόνητη φωνή: «ἐὰν παιδάκι μου, ἐσένα, τὸν ὁποῖο ὁ Υἱός μου διεφύλαξε ψυχικῶς καὶ σωματικῶς, δὲν ἀναλάβεις νὰ τὸν ὑπηρετήσῃς, ποιός θὰ τὸν ὑπηρετήσῃ; Ὁ πόρνος ἢ ὁ μοιχός; Ὁ χαρτοπαίκτης ἢ ὁ μέθυσος; Ὁ βλάσφημος ἢ ὁ ἄπιστος;». Μόλις ἄκουσα ὅλα αὐτὰ τὰ ἐρωτήματα, ἀμέσως ἦρθε στὴν καρδιά μου ἕνα δύσκολο ἐρώτημα: «ποιόν δρόμο νὰ ἀκολουθήσω; Τὸν δρόμο τοῦ ἔγγαμου ἢ τοῦ ἄγαμου βίου;». Οἱ φίλοι μου καὶ οἱ οἰκεῖοί μου, ὅταν τοὺς ἀποκάλυπτα τὴν ἐπιθυμία μου, μὲ συμβούλευαν νὰ ἀκολουθήσω τὸν ἔγγαμο βίο. Μὲ ἤθελαν νὰ εἶμαι μὲ οἰκογένεια, μὲ σύζυγο καὶ παιδιά, μὲ σπίτια καὶ κτήματα, μὲ χωράφια καὶ μὲ κόσμο. Ἐγὼ ἀντίθετα ποθοῦσα τὴν ἀφιέρωσή μου στὸν Χριστό. Ποθοῦσα τὴν μόρφωση, γιὰ νὰ προσφέρω ὅσο τὸ δυνατὸ περισσότερα στὴν Ἐκκλησία καὶ τὴν ὁλοκλήρωσή μου στὸν Θεό. Δὲν ἀπέβλεπα στὸ νὰ διχάσω τὴν ζωή μου, ἀλλὰ νὰ ἀκολουθήσω ἕναν μόνο δρόμο. Τὸν βίο τὸν ἁγνό, τὸν καθαρό, τὸν ἀπερίσπαστο, τὸν ἄσχετο πρὸς τὰ ἐγκόσμια καὶ τὰ πρόσκαιρα τοῦ νῦν αἰῶνος. Μοῦ ἀντέτασσαν ὅμως τὴν δική τους γνώμη καὶ μοῦ τόνιζαν ὅτι πολλοὶ Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας ἦταν μὲ οἰκογένεια καὶ μὲ παιδιά. Καὶ ὅμως εὐαρέστησαν τὸν Θεὸ καὶ ἁγίασαν. Μόλις ἄκουσα αὐτὴ τὴν γλυκύτατη φωνή, γνώριζα πέρα ὣς πέρα ὅτι δὲν ἦταν κἀμμία ἄλλη, παρὰ μόνο ἡ φωνὴ τῆς Παναγίας μου. Καὶ πῆρα τὸ θάρρος νὰ ρωτήσω ταπεινὰ καὶ μὲ φόβο καὶ σεβασμὸ πρὸς τὸ Ἅγιο πρόσωπό της: «Παναγία μου, ποιόν δρόμο νὰ ἀκολουθήσω; Τὸν δρόμο τῆς Ἱερωσύνης καὶ τῆς οἰκογένειας ἢ τὸν δρόμο τῆς ὁλοκληρωτικῆς ἀφοσιώσεώς μου εἰς τὸν Υἱόν Σου καὶ Θεόν μου;». Καὶ ἀμέσως μοῦ ἀπάντησε καὶ πάλι ἡ Παναγία μου: «ἄνοιξε παιδάκι μου τὸ βιβλίο τοῦ Υἱοῦ μου καὶ θὰ σοῦ ὑποδείξῃ ὁ Υἱός μου ποιὸν δρόμο θὰ ἀκολουθήσῃς». Πάντοτε ἔφερα μαζί μου, στὴν ἀριστερὴ πλευρὰ τοῦ στήθους μου, στὴν θέση τῆς καρδιᾶς, ὡς ἀχώριστο σύντροφό μου τὴν Ἁγία Γραφή. Αὐτὴ μελετοῦσα καὶ προσευχόμουν στὸν Θεό. Γνώριζα καλὰ ὅτι, ὅση ὥρα μελετοῦσα τὴν Ἁγία Γραφή, μὲ ἐπεσκίαζε ὁ Θεός μου καὶ μὲ παρηγοροῦσε. Ἔλαβα τότε ἀπὸ τὴν τσέπη τὴν Ἁγία Γραφή. Τὴν προσκύνησα μὲ εὐλάβεια καὶ πίστη, γιὰ νὰ πράξω ὅ,τι θὰ μοῦ ὑποδείξῃ ὁ Θεός μου. Διετύπωσα τὸ σημεῖο τοῦ τιμίου καὶ ζωοποιοῦ Σταυροῦ καὶ ἄνοιξα τὸ ἱερὸ βιβλίο τῶν βιβλίων. Πρόσεξα τότε ὅτι ἡ σελίδα τῆς Ἁγίας Γραφῆς ἦταν τὸ 14ο Κεφάλαιο τῆς Ἀποκάλυψης, τὸ ὁποῖο περιέγραφε τὴν ἁγνότητα καὶ τὴν ἀφιέρωση καὶ τὴν λευκὴ στολὴ ὅσων θὰ ἀκολουθοῦν τὸ Ἀρνίον: τὸν Χριστόν. «Αὐτοὶ ἀπηρνήθησαν ὁλοτελῶς τὸν κόσμον καὶ ἵνα μείνωσιν τελείως ἀφωσιωμένοι εἰς τὸ Ἀρνίον δὲν ἦλθον εἰς σχέσιν πρὸς γυναῖκας».

Εκτύπωση